Γιατί η Omicron φαίνεται να προκαλεί λιγότερο σοβαρή νόσηση;

Από τη στιγμή που η παραλλαγή Omicron εντοπίστηκε για πρώτη φορά στη Μποτσουάνα τον Νοέμβριο και εξαπλώθηκε με τρομακτικούς ρυθμούς παγκοσμίως, προέκυψαν δύο βασικά ερωτήματα: εάν αυτό το νέο στέλεχος ήταν πιο μολυσματικό από τα προηγούμενα και εάν είχε μεγαλύτερη νοσηρότητα.

Το πρώτο σκέλος απαντήθηκε πολύ γρήγορα, καθώς είναι πλέον σαφές ότι η Omicron είναι πιο μολυσματική. Την ίδια ώρα, το ερώτημα για το εάν έχει λιγότερες επιβλαβείς επιδράσεις από τις προηγούμενες παραλλαγές -εάν εμφανίζει μικρότερη νοσηρότητα- είναι κάπως πιο περίπλοκο.

Τα πρώτα αποτελέσματα από τη Νότια Αφρική, έδειξαν ότι οι ασθενείς με Omicron ήταν λιγότερο πιθανό να εισαχθούν στο νοσοκομείο σε σχέση με πριν. Παράλληλα, η έρευνα διαπίστωσε ότι ακόμη και όταν εισήχθησαν, οι άνθρωποι ήταν λιγότερο πιθανό να χρειαστούν οξυγόνο, διασωλήνωση, να εισαχθούν στην εντατική ή να πεθάνουν.

Ωστόσο, η Νότια Αφρική έχει έναν σχετικό «νεανικό» πληθυσμό σε σύγκριση με άλλα μέρη του κόσμου. Μια «έλλειψη» ηλικιωμένων, πιο ευάλωτων ατόμων μπορεί να συγκαλύπτει τις «δυνατότητες» της παραλλαγής.

Επιπλέον, οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν τον Δεκέμβριο έδειξαν ότι τα στοιχεία της Νότιας Αφρικής δεν αποτελούν εξαίρεση, καθώς δεδομένα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, υποστηρίζουν την άποψη ότι η Omicron προκαλεί γενικά λιγότερο σοβαρή ασθένεια από τις προηγούμενες παραλλαγές.

Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τα επιδημιολογικά δεδομένα στη Βρετανία. Ανάλυση από την Υπηρεσία Ασφάλειας Υγείας υποδηλώνει ότι με την Omicron μόνο το ένα τρίτο των ασθενών είναι πιθανότερο να οδηγηθούν σε εισαγωγή στο νοσοκομείο σε σύγκριση με τη μετάλλαξη Δέλτα.

Φυσικά, εάν οι λοιμώξεις εξαιτίας αυξηθούν σε πολύ υψηλό αριθμό, όπως ήδη έχουν, τότε νομοτελειακά θα αυξηθούν και οι νοσηλείες. Τις τελευταίες ημέρες του 2021, οι εισαγωγές σε νοσοκομεία αυξήθηκαν αρκετά, αλλά δεν ξεπέρασαν τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν κατά τα προηγούμενα κύματα. Και το πιο κρίσιμο: δεν έχουμε δει ακόμη τον αριθμό των ασθενών σε ΜΕΘ να αρχίζει να αυξάνεται.

Ο παράγοντας της ανοσίας

Πολλοί διαφορετικοί παράγοντες μπορεί να εξηγήσουν γιατί συμβαίνει αυτό. Πρώτον, υπάρχει ανοσία. Θα μπορούσε η εξήγηση να είναι ότι η προηγούμενη ανοσία, η οποία χάρη σε προηγούμενες λοιμώξεις και προγράμματα εμβολιασμού είναι πλέον πολύ πιο κοινή σε πολλά μέρη του κόσμου από ό,τι σε προηγούμενα κύματα είναι πιο επαρκής για να μειώσει τα ποσοστά σοβαρής νόσησης.

Για προστασία από μια αρχική λοίμωξη (σε λαιμό και ρινικό σύστημα), τα αντισώματα ενάντια στην πρωτεΐνη-ακίδα του κοροναϊού φαίνεται να παίζουν τον μεγαλύτερο ρόλο. Ωστόσο, αυτά εξασθενούν με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον, πολλές από τις μεταλλάξεις που βρέθηκαν στην Omicron επηρεάζουν την ακίδα και έτσι είναι πιθανό να βλάψουν την ικανότητα των αντισωμάτων να επιτίθενται με τον ιό, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου ή προηγούμενης μόλυνσης.

Βέβαια για την προστασία από μια πιο σοβαρή λοίμωξη, η οποία τείνει να εντοπίζεται στους πνεύμονες, άλλες ανοσολογικές αποκρίσεις θα μπορούσαν να παίζουν πιο κυρίαρχο ρόλο, όπως τα «φονικά» Τ-λεμφοκύτταρα. Πρόκειται για έναν τύπο λευκών αιμοσφαιρίων που σκοτώνει ξένες ουσίες, καθώς και τα κύτταρα του ίδιου του σώματος που έχουν μολυνθεί από τον ιό.

Σύμφωνα με μελέτες, η Omicron έχει πολύ λίγες μεταλλάξεις στα μέρη του ιού που στοχεύουν τα Τ-λεμφοκύτταρα. Αυτό σημαίνει ότι η ανοσία που έχει δημιουργηθεί στο παρελθόν και είναι δυνητικά πιο αποτελεσματική έναντι σοβαρών ασθενειών θα πρέπει να παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανέπαφη.

Αυτή θα μπορούσε να είναι μια ισχυρή εξήγηση στο γιατί η «δύναμη» της Omicron εμφανίζεται εξασθενημένη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι σχεδόν το 95% των ενηλίκων έχουν κάποια μορφή ανοσίας στον ιό μέσω εμβολιασμού ή μόλυνσης.

Μπορεί όμως το νέο αυτό στέλεχος του κορωνοϊού να είναι λιγότερο λοιμογόνο, ακόμη και σε όσους δεν εμφανίζουν ανοσία; Αυτό σίγουρα είναι πιο δύσκολο, αν και υπάρχουν ορισμένα σημάδια που υποδηλώνουν ότι μπορεί και να είναι.

«Κλειδί» η ακίδα της μετάλλαξης

Για παράδειγμα, υπάρχει μια πολύ μικρή περιοχή στην ακίδα πρωτεΐνης που ονομάζεται τοποθεσία διάσπασης φουρίνης, η οποία θεωρείται ότι παίζει ρόλο στη λοιμογόνο δράση. Σε εργαστηριακά πειράματα, ο ιός έδειξε μειωμένη ανάπτυξη στα ανθρώπινα αναπνευστικά κύτταρα και προκάλεσε λιγότερο σοβαρή ασθένεια σε πειραματόζωα. Είναι εύλογο ότι οι μεταλλάξεις γύρω από τη θέση διάσπασης της φουρίνης θα μπορούσαν να εξηγήσουν μέρος της μειωμένης λοιμογόνου δράσης της Omicron.

Αρκετές ομάδες έχουν επίσης μελετήσει την ικανότητα της Omicron (ή ενός παρόμοιου ψευδοϊού) να αναπτύσσεται σε κύτταρα ιστών. Αυτές οι μελέτες αναφέρουν ότι ο ιός αναπτύσσεται λιγότερο καλά στον πνευμονικό ιστό αλλά καλύτερα στον ιστό του ανώτερου αεραγωγού σε σύγκριση με προηγούμενες παραλλαγές.

Η ενισχυμένη ανάπτυξη στον ανώτερο αεραγωγό θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερους ιούς που διαχέονται από τη μύτη και το στόμα, κάτι που μπορεί να εξηγήσει εν μέρει γιατί η Omicron είναι τόσο μεταδοτική. Και δεδομένου ότι η μόλυνση των πνευμόνων και όχι της ανώτερης αναπνευστικής οδού είναι αυτή που σχετίζεται με πιο σοβαρή νόσο, η μειωμένη ικανότητα της παραλλαγής να αναπτύσσεται στους πνεύμονες θα μπορούσε επίσης να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την εξήγηση της μειωμένης λοιμογόνου δράσης.

Συνολικά, όποιος κι αν είναι ο μηχανισμός, οι ενδείξεις ότι η Omicron προκαλεί λιγότερο σοβαρή νόσηση από τις προηγούμενες παραλλαγές πολλαπλασιάζονται. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δούμε τον ιό ως λιγότερο απειλητικό.

Ο αντίκτυπος που θα έχει η Omicron στη δημόσια υγεία θα εξαρτηθεί από το πόσοι άνθρωποι θα μολυνθούν και η ανάγκη προσπάθειας περιορισμού της εξάπλωσης του ιού παραμένει, προς το παρόν τουλάχιστον, πολύ σημαντική.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Leave A Reply

Your email address will not be published.

This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.